Η λογοτεχνία της κρίσης

Από μία περίεργη συγκυρία ή σύμπτωση, Κάθετη έξοδος ονομάζεται ονομάζεται το καινούριο μυθιστόρημα του Πασχάλη Λαμπαρδή, μ ετο οποίο ο συγγραφέας φαίνεται να αφήνει πίσω μια τριλογία (Ο ταξιδευτής του Βοσπόρου, Οι φύλακες της Ανατολίας, Η κοιλάδα των σπαθιών) που ενέγραψαν πλοκή, περιπέτεια και ήρωες στο ιστορικό παρελθόν, και να στρέφεται στο επίκαιρο παρόν. Από το μυθιστόρημα εποχής λοιπόν, στο μυθιστόρημα του τέλους εποχής – ή για την εποχή.

Κεντρικό πρόσωπο, ο σκηνοθέτης Στέφανος Ανεμογιάννης, με ένα γάμο που ραγίζει και διαλύεται, παιδιά μπλεγμένα με ναρκωτικά, ένας άντρα δηλαδή σε κρίση καριέρας, ταυτότητας και ηλικίας, στο φόντο −ή στην αντανάκλαση− της ταραγμένης σημερινής συγκυρίας. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, μια μυστηριώδης οργάνωση θα του αναθέσει να γυρίσει ένα προκλητικό, αν όχι ριψοκίνδυνο, έργο, που εμπεριέχει, όπως θα αποδειχθεί στην πορεία, επικίνδυνες συγκλίσεις, αν όχι με την πραγματικότητα, τουλάχιστον με μία από τις κυρίαρχες ερμηνείες της: σχέδια ελέγχου και πνευματικής χειραγώγησης των μαζών, κατευθυνόμενες ιδεολογίες, παγκόσμια οικονομικά παιχνίδια, διεθνείς οργανώσεις, διαπλοκή ΜΜΕ και πολιτικής. Το ήθος και η τόλμη του σκηνοθέτη θα δοκιμαστούν σε μια περιπέτεια που εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς και σασπένς. Από κοντά και οι συμπτώσεις κινηματογραφικού σεναρίου και ζωής. Το γύρισμα της ταινίας θα δώσει στον Λαμπαρδή τη δυνατότητα να αναπτύξει ένα δεύτερο επίπεδο διήγησης, στο οποίο βαθμιαία θα μεταφερθεί η εξωγενής δράση, που συμπεριλαμβάνει σηματοδότες και της ταραγμένης επικαιρότητας: επεισόδια κια καταστροφές στην Αθήνα, παθογένειες του οικονομικού συστήματος, όσα ακολούθησαν τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τη φούσκα των ψευδαισθήσεων, το χάσμα των γενεών, τα ναρκωτικά και τη δημόσια χρήση τους. Έτσι, η διάσταση ανάμεσα στο ιστορικό παρελθόν και το αφηγηματικό παρόν, που συναντάμε στα προηγούμενα μυθιστορήματα του συγγραφέα, εδώ μετασχηματίζεται σε μια νέα παραλληλία: το πραγματολογικό πεδίο του ήρωα-σκηνοθέτη και τη μυθοπλασία της ταινίας. Στο ρεαλιστικό και στο συμβολικό.

Το δεύτερο αφηγματικό νήμα στην Κάθετη έξοδο θα αποτελέσει πεδίο προβολής της προσωπικής κρίσης του σκηνοθέτη, με καταλυτικό αγωγό τη γοητευτική ψυχολόγο Αθηνά, που θα τον οδηγήσει στα μονοπάτια μιας ευεργετικής ανάλυσης με υποβολέα, φυσικά, τον έρωτα! 

Χωρισμένη έτσι στα δυο, η πλοκή ενσωματώνει αμοιβαίες αντανακλάσεις, μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, ορατού και υποβόσκοντος, γνώριμου και ανοίκειου, παρόντος και μελλοντικού −κυριολεξίας και μεταφοράς. Αντανακλάσεις που επηρεάζουν τη διττή δράση, ανάγοντας το παράλογο σε κοινό παρονομαστή, όχημα της μεταφοράς και τραυματικό συνδετικό κρίκο. Εδώ ανιχνεύεται και το ενδιαφέρον εγχείρημα του Λαμπαρδή, σε διαφορετική ωστόσο κατεύθυνση από τα δύο άλλα πεζογραφήματα. Ο συγγραφέας εστιάζει στη δομή του παραλόγου, που στις μέρες μας μοιάζει συχνά να μετακυλίεται από το φαντασιακό στο επόμενο βήμα. Με όχημα την ανάλυση στη λογοτεχνική της αποτύπωση, επιχειρεί να περάσει τα μόρια της προσωπικής μελαγχολίας αλλά και μιας συλλογικής αίσθησης ήττας, και να ανασυνθέσει μια νέα, σκληρή ενδεχομένως, αλλά πάντως αναλυτική γλώσσα. Μια γλώσσα που ακόμη κι αν δεν διακρίνει φως στην άκρη του τούνελ, βλέπει πάντως ζωτικό χώρο και μετά την τομή αλλά και την αποδοχή της ανατροπής. Μια γλώσσα που επιχειρεί κατά τόπους να συναιρέσει την κυριολεξία με τη μεταφορά ή αφήνει αμφίσημο και ρευστό το σύνορό τους. Τοποθετεί τα διλήμματα και τα ζεύγη των αντιθέτων σε νέο πλαίσιο. Αφήνει, προς ώρας τουλάχιστον, έκπτωτη την ιστορία, προσφεύγοντας στη μυθολογία. Αν το στοίχημα δεν μπορεί να κερδηθεί στο συλλογικό πεδίο, μήπως έχει περισσότερες πιθανότητες στο ατομικό;

Ερώτημα, απάντηση και δρόμος −πάντα στο πλαίσιο της μυθοπλασίας− ίσως να εγείρουν επιφυλάξεις. Ένα λογοτεχνικό έργο όμως δεν είναι ένα κείμενο αρχών για να επιτάσσει κάποιου είδους συμφωνία. Άλλωστε, από τον συνθετικό και σύνθετο λόγο, μπορεί, όπως συχνά και οι αμφίθυμοι ήρωες της διήγησης, να ευεργετηθούμε, συμμετέχοντας στην τόσο απούσα από τη ζωή μας φαντασιακή διαλεκτική του μύθου και του θεραπευτικού του λόγου.

(Εριφύλη Μαρωνίτη, «Η λογοτεχνία της κρίσης», The Books’ Journal, Απρίλιος 2012, τχ. 18, σ.83-85.)

Advertisements
This entry was posted in Αρχική. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s